τι σου είναι ο άνθρωπος;
Ιουνίου 30, 2009
από τα εφηβικά και νεανικά μας όνειρα …

τι σου είναι ο άνθρωπος;
πέθανε στα 62 από καρκίνο.
όλη αυτή η ομορφιά που πήγε;
περιπτώσεις
Ιουνίου 9, 2009
το ξεκίνημα (νομίζω) της περίπτωσης της Σούζαν Μπόιλ

Η συνέχεια τα είχε όλα. Όλα τα ανθρώπινα, όλα τα μιντιακά, το ανέβασμα και τελικά την ήττα σχεδόν δίπλα στη νίκη κλπ …
——————————————————————

κάποιος που έφυγε και αξίζει να θυμόμαστε
Συζητήσεις χωρίς νόημα ή το νόημα υπάρχει ούτως ή άλλως και μπορεί απλά να μην μας αρέσει;
Επαφές με καλή πρόθεση που αφήνουν δυσάρεστη γεύση. Γιατί;
Έλλειψη συμμαχιών και υποστήριξης για αυτά που θεωρούμε σπουδαία και νομίζουμε πως μας νοιάζουν πολύ.
μια γοητευτική εικόνα
Δεκεμβρίου 23, 2008

αφιερωμένο στο Ζ… μου
Άρθρα με ενδιαφέρον
Δεκεμβρίου 22, 2008
Η πολιτική της ανυπακοής, Tου Πασχου Μανδραβελη, ένα άρθρο με στοιχεία για τον Χένρι Ντέιβιντ Θορό, “Κ” 21/12/2008
για τη στροφή του Κατσαρόλα
Δεκεμβρίου 14, 2008
από το http://dyosmaraki.blogspot.com/2007/07/blog-post_20.html

(στην φωτογραφία ο Δημήτρης-κατσαρόλας, η Ελένη,
2 από τα παιδιά τους η Κατίνα και ο Φειδίας, 2 από τα προβατάκια τους και ο “Μούργος” ο σκύλος τους)
Η Σ Τ Ρ Ο Φ Η Τ Ο Υ Κ Α Τ Σ Α Ρ Ο Λ Α
“Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δός της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινίσει….”
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριουδάκι της Εύβοιας, που ονομάζεται Οξύλιθος, μια κοπέλα που την έλεγαν Ελένη. Ηταν μια πανέμορφη κοπέλα (όπως όλες οι Ελένες) και καταγόταν από πολύ καλή και γνωστή οικογένεια της περιοχής, την οικογένεια Μπενέτου. Οταν μεγάλωσε η Ελένη παντρεύτηκε έναν όμορφο νεαρό και απέκτησαν 2 όμορφα παιδάκια, τον Νικόλα και τον Μίμη (από το Δημήτρης).
Η ευτυχία τους δεν έμελλε να κρατήσει πολύ : Σε λίγο ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο άντρας της Ελένης έφυγε για το μέτωπο. Αργότερα η Ελένη έλαβε ένα μετάλλειο και ένα γράμμα με το οποίο την ενημέρωναν πως ο άντρας της πολέμησε ηρωικά στην Αλβανία και έπεσε μαχόμενος υπέρ της πατρίδας. Η Ελένη ξέσπασε σε λυγμούς, τον αγαπούσε τον άντρα της δεν πρόλαβε όμως να τον χαρεί, της τον διεκδίκησε ο χάρος……
Τα χρόνια περνάγανε, στην Ελλάδα είχαν έρθει δύσκολες ημέρες, φτώχεια, πείνα, πολιτικές αναταραχές……. Και η Ελένη άρχισε να ξενοδουλεύει, ξενόπλενε ρούχα και καθάριζε σπίτια για ένα κομμάτι ψωμί! Αυτό το κομμάτι όμως το είχαν ανάγκη τα παιδιά της που ήταν μικρούλια, έπρεπε να μεγαλώσουν…..Παρ΄όλες τις κακουχίες της η Ελένη εξακολουθούσε να διατηρεί την φρεσκάδα της νιότης της. Ετσι μια ημέρα που την αντίκρυσε ένας όμορφος νέος θαμπώθηκε από την ομορφιά της και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Τα ήθη και τα έθιμα όμως εκείνη την εποχή ήταν αυστηρά! Που ξανακούστηκε χήρα γυναίκα να ξαναπαντρευτεί? Εκείνη την εποχή όταν μια γυναίκα έχανε τον άντρα της έβαζε τα μαύρα και δεν τάβγαζε ποτέ πιά…..
Ο Δημήτρης ο όμορφος, έτσι ήταν το παρατσούκλι του, δεν τόβαλε κάτω, την διεκδίκησε την Ελένη, η οποία τελικά αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Εφυγαν όμως από τον Οξύλιθο. Πήγαν σε μια τοποθεσία μέσα στα βουνά (τότε) σε μια περιοχή λίγο πριν την Κύμη. Πάνω σε έναν λόφο έχτισαν το φτωχικό τους, ένα πέτρινο σπιτάκι, και έστησαν το νοικοκυριό τους. Ο Δημήτρης άνοιξε ένα μικρό εργαστήρι στην Πλατάνα (ένα παραθαλάσσιο μέρος της Κύμης), ήταν ξυλουργός ξέχασα να σας το πω!!!
Την ευτυχία τους ήρθαν να την συμπληρώσουν 2 παιδάκια, η Κατίνα και ο Φειδίας (την περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν της μόδας να βγάζουν τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα). Μην βιάζεστε όμως, της Ελένης το ριζικό δεν όριζε να ευτυχήσει! Μέσα σε λίγα χρόνια ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος! Η Ελλάδα υπέφερε από τις κακουχίες, το ίδιο και οι άνθρωποί της!!! Η πείνα ήταν ο μεγαλύτερος φόβος, οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε, σκελετωμένοι, με κοιλιές πρησμένες από την πείνα, βρίσκονταν σε απόγνωση…..
Ανάμεσα σε όλους τους Ελληνες έτσι και η ήρωες της ιστορίας μας υπέφεραν. Ο Δημήτρης άρχισε να κατασκευάζει ξυλοπάπουτσα για τους ανθρώπους και η Ελένη φρόντιζε τα 4 παιδιά τους.
Το σπιτάκι του Δημήτρη και της Ελένης ήταν ένα ησυχαστήριο, είχε καταπληκτική θέα , έβλεπες όλο το πέλαγος σαν έβγαινες στην αυλή του σπιτιού τους. Οι άνθρωποι που κατέβαιναν προς τα άλλα χωριά (με τα πόδια η με τα ζώα τότε) υποχρεωτικά πέρναγαν από την αυλή του σπιτιού τους. Ο Δημήτρης ήταν άνθρωπος της παρέας, του άρεσε το κρασάκι (είχαν ένα αμπελάκι και έβγαζε λίγο κρασί), είχαν και κάτι κατσικάκια και έπιναν γαλατάκι, το καλοκαίρι η Ελένη παρασκεύαζε σουτζούκια και ξέραινε τα συκαλάκια που προμηθευόταν από τις συκιές που είχαν στο χωραφάκι τους. Οσοι περνούσαν λοιπόν από το σπίτι τους εκεί στο ύψωμα κοντοστέκονταν για να γευτούν τις λιχουδιές της Ελένης και το κρασάκι του Δημήτρη. Ηταν τόσο φιλόξενοι και οι δυό τους…….
Παρ΄όλο που είχαν τα καλούδια τους από το χωραφάκι τους, δώσε-δώσε σε όποιον πέρναγε από εκεί, το τσουκάλι καθημερινά άδειαζε γρήγορα….Ο Δημήτρης ήταν τόσο φιλόξενος άνθρωπος που προτιμούσε να μείνει ο ίδιος και τα παιδιά του νηστικά παρά οι περαστικοί. Κάποια ημέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά άτομα στο σπίτι του Δημήτρη και της Ελένης και έτρωγαν, του λένε του Δημήτρη : Βρε Δημήτρη αυτή η κατσαρόλα σου όποτε ερχόμαστε είναι γεμάτη, ούτε ο Ερυθρός Σταυρός να ήσουν. Μας έσωσες από την πείνα αγαπημένε μου φίλε, αυτό θα στο χρωστάμε, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ………
Ετσι από την επόμενη ημέρα ο Δημήτρης δεν λεγόταν πια Δημήτρης μα “ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ”. Και οι άνθρωποι σαν ήθελαν να δώσουν ραντεβού στο σπίτι του Δημήτρη έλεγαν πάμε “ΣΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”.
Ο Δημήτρης από την άλλη επειδή ήταν άνθρωπος που του άρεσαν τα αστεία πήρε την επόμενη ημέρα ένα πινέλο και έβαψε έξω από το σπιτάκι του “ΤΑΒΕΡΝΑ SOS”. Επειδή το σπίτι του βρισκόταν σε πολύ ψηλό σημείο, σαν είδαν οι γύρω χωριανοί την επιγραφή “ΤΑΒΕΡΝΑ SOS”, έμαθαν την ιστορία και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Από τότε ξεχάστηκε το όνομα Δημήτρης και έμεινε το “ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ”. Ακόμη και όταν κάποια χρόνια αργότερα (κοντά στο 1960) κατασκευάστηκε ο ασφαλτόδρομος που πάει προς την Κύμη, και απαλλοτριώθηκε ένα μέρος του κτήματος του Δημήτρη και της Ελένης για να γίνει μια στροφή, η στροφή αυτή ονομάστηκε “Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”!!!!!
Τα χρόνια περάσανε ο Δημήτρης και η Ελένη πέθαναν, τα παιδιά τους έφυγαν από την περιοχή, το σπιτάκι που έσωσε πολλούς κατοίκους της περιοχής από την πείνα κατέρρευσε ενώ το υπόλοιπο κτηματάκι που είχε απομείνει μετά την απαλλοτρίωση, απόμεινε μια σταλίτσα……
Οι ντόπιοι κάτοικοι όμως στην ανάμνηση της υπόσχεσης “ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ” που είχαν δώσει εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι που έτρωγαν στο φτωχικό του Δημήτρη διατήρησαν μέχρι τις μέρες μας αυτό το τοπωνύμιο με την ονομασία “Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”
……η Ελένη ξεχάστηκε…..
Εάν κάποτε βρεθείτε στον δρόμο προς την Κύμη, αναζητείστε αυτή την γωνίτσα της Ευβοιώτικης γης και προσπαθείστε να αφουγκραστείτε τις φωνές των ανθρώπων που εκεί σε κάποια στροφή στην στροφή του ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ ή κατά κόσμον Δημήτρη
κάπου κάπου συναντιόνταν στην
Ταβέρνα SOS
Κάποια πράγματα αξίζει να τα θυμόμαστε
…….κάπου κάπου……
αναφορά στον Σεραφείμ του Σάρωφ
Οκτωβρίου 13, 2008
ένα άρθρο του Ν. Ξυδάκη με αναφορά στον στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ:
Τι προσκυνούν στο Μενίδι
“… Και τι μπορεί να λέει ο προμοντέρνος στάρετς από το Ντιβέγιεβο του Κουρσκ, ο διατρέξας Χίλιες Νύχτες Προσευχής και πολυετή Σιωπή, στον υστερομοντέρνο άνθρωπο; Ο υστερομοντέρνος, εγώ, εσύ, εμείς, δεν πιστεύει, δεν ζητά χάρη, δεν συγχωρεί ούτε τον εαυτό του χωρίς έξωθεν υποστήριξη, δεν αναζητά αλλού τη σωτηρία παρά μόνο στον εαυτό του. Και δεν σιωπά. Δρα ακαταπαύστως, ομιλεί, συναναστρέφεται, παράγει θόρυβο, ζει μες στο θόρυβο, κυκλωμένος από επικοινωνίες και δίκτυα, ανασαίνει δικτυωμένος, μες στην τυραννία της οικειότητας. Δεν στοχάζεται, δεν σταματά να ξαναδεί πίσω και εδώ· πάντα μπρος, μες στη συνάφεια των πολλών, μόνος μες στην ερημία του πλήθους.
Ο ερημίτης που τάιζε την αρκούδα και δάκρυζε με τα παιδιά, ο στάρετς που άφησε τη σιωπή και χύθηκε στον κόσμο, κομίζει στον υστερομοντέρνο, σε εμάς, αυτά τα παραπάνω: τη δυνατότητα συγχώρεσης και τη δυνατότητα σιωπής. Δηλαδή τη δυνατότητα αναστοχαστικού βίου, τη vita contemplativa. O αγράμματος ερημίτης υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας σε μεταϋλικό πλαίσιο, χωρίς τη βιάση του παρόντος· στην άπειρη διάρκεια της Φύσης, στον μακρό ιστορικό χρόνο· υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον θάνατο ως συμβάν, τον χρόνο μετά από εμάς. Επιπλέον, υπενθυμίζει τη δυνατότητα να προσφωνούμε τον άλλο έτσι: «Καλημέρα, χαρά μου!…»
από ένα άρθρο για το καλoκαίρι
Οκτωβρίου 9, 2008
«Τη ζωή τη ζούμε, ο καρπός της τρώγεται και το πολύ που κάνεις με το γράψιμο αναμασάς τα φλούδια της. Η ζωή δεν είναι δουλειά, το γράψιμο είναι δουλειά»
«Φουντάραμε αρόδο στην αγκάλη Αγιος Νικόλαος, κολυμπήσαμε, ξεμεσημεριάσαμε, το απόγεμα μπήκαμε στο λιμάνι της Φολέγανδρος και ανεβήκαμε στο διπλό χωριό, ένα από τα ωραιότερα στις Κυκλάδες. Το βράδι ζυμωτό ψωμί, ρετσίνα σπιτικιά, κατσίκι στα κάρβουνα, σκόρδο, ντοματοσαλάτα με κρεμμύδι, γιδίσιο τυρί, αυγά μάτια με λάδι – ο πολιτισμός μας στα μονιμότερα συστατικά του. Η κηπουρική ένα με την ψαρική, αυτή ένα με την αρχιτεκτονική, αυτή ένα με την υφαντική και όλα ένα με τη θρησκεία, με τη γλώσσα, με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, με τον ουρανό και τη γη. Ο κρίκος ατόφιος: φίδι ουροβόρο. Κανένα κυκλαδίτικο χωριό για μένα σαν τη Φολέγανδρο, τέτοια αρχοντιά, ταπείνωση, πάστρα (και είναι τα περισσότερα ανάλογα). Μερικά μαγαζιά και σπίτια ξέχωρα. Μερικές φυσιογνωμίες αξέχαστες, καθώς εκείνη η λιανοκόκαλη μαντιλωμένη γριούλα με τα μενεξεδένια μάτια και το κοριτσίστικο πρόσωπο, που με ρώτησε στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της: “Σας άρεσε το νησάκι μας;”. Ανέγγιχτο νησί, νησί του μέτρου σε όλα· τελειότητα που της αρέσει να μη φαίνεται και που μήτε το ξέρει, για τούτο και δεν κατέχει απλά και μόνο τη γνώση, αλλά είναι γνώση. Μακαρισμένοι όσοι κρατούν τέτοια μυστικά, πιστοί στο λόγο της ζωής τους.»
από ένα άρθρο του Ξυδάκη ( “Κι όλα γύρω σου είναι φως” )
ένα τριζονάκι
Σεπτεμβρίου 4, 2008
ένα τριζονάκι -μικρό, έτσι μου φαίνεται-
ήρθε χθες και προχθές στον ύπνο μου του Σεπτέμβρη.
το τραγούδι του ήταν ήρεμο και γλυκό,
παρηγοριά και υπόσχεση για το καλοκαίρι που φεύγει.
θα το περιμένω και απόψε.
άραγε πόσο θα με επισκέπτεται.
μοιάζει ντελικάτο και ευαίσθητο:
στις φωνές και τις φασαρίες σώπαινε και ξανάρχιζε όταν μέναμε μόνοι.
του είμαι υπόχρεος.
έκανε μεγάλο ταξίδι για να μ΄επισκεφθεί …
κατά κάποιον τρόπο η συνέχεια (στα περί σοβαρότητας)
Ιουλίου 4, 2008
(του ΣΔΣ)
Η ΕΥΚΟΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΚΟΛΙΑΣ
«Αν θέλω να καταστρέψω τον μέτριο του κάνω την ζωή πιο εύκολη» Τσου Φι Κίνα 7ος αιώνας
ex cathedra όπως αρμόζει άλλωστε σε καθηγητή του γνωστού Πανεπιστημίου της Ουρβάνας μας ήρθε στο έντυπο μας ένα κείμενο απλά απαράδεκτο, ρατσιστικό αντιδημοκρατικό πλέρια. Ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζεται ότι όλες οι ευκολίες που τα τελευταία χρόνια άγγιξαν επιτέλους κάθε κάτοικο της ταλαίπωρης χώρας μας είναι εις βάρος των ανθρώπων και των ζωών τους.
Λέει ότι οι περισσότεροι δεν μπορούν να χειριστούν επαρκώς ούτε σαν χρηστικά αντικείμενα, ούτε σαν φορείς πολιτισμού και επιπέδου τα εργαλεία που προσφέρονται πια αφειδώς σε όλους μας. Λέει « όταν δεν εκλαμβάνουμε τις τελευταίες εξελίξεις των επιτευγμάτων των άλλων λαών σε μέσα άσκησης γοητείας στην καλύτερη των περιπτώσεων, επιβολής ακόμη και εξουσίας και γελοίας αυτοϊκανοποιήσεως στις περισσότερες και απλά απωλείας του μόνου πολύτιμου που έχει ο καθένας του ίδιου του εαυτού, με ιδιαίτερη ευκολία τα χρησιμοποιούμε εις βάρος όχι μόνο των ηθικών μας υπάρξεων αλλά και αυτών ακόμη των φυσικών. Το αυτοκίνητο είναι το απόλυτο όπλο αλλά και όλα τα άλλα κοντεύουμε να τα χρησιμοποιούμε σαν χειροβομβίδες που ο ένας με την πρώτη ευκαιρία εκσφενδονίζει στον άλλον».
Έφτασε στο σημείο να εκφράζει απόψεις το στυλ «καλύτερα να κρατάς τους πολλούς στην τσάπα παρά να δίνεις στους τεμπέληδες τρακτέρ και κινητά»
Πιάσε εσύ αχρείε μπουρζουά την τσάπα του λέει με περηφάνια το αγωνιστικό μας έντυπο.
Αλλού μιλώντας για τα υπέροχα νιάτα της επαρχίας μας τα χαρακτηρίζει «τους χειρότερα εκπαιδευόμενους μικροαστούς, αθηναιάκια του χειρότερου είδους, με τα κακά της Αθήνας και αυτά μεγενθυμένα και ούτε ένα από τα αμφιβόλου ποιότητος καλά της . Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα είναι επαρχία , η Αθήνα η επαρχία της επαρχίας ,κάθε μεγάλη πόλη επαρχία της επαρχίας της επαρχίας και κάθε μικρή είναι πια τετάρτου βαθμού υποβιβασμού ζωής, τρόπου και σκοπού».
Ισχυρίζεται ο αχρείος βολεμένος της θέσης του και της απόστασης του ότι «όλη η χώρα και η πρόσφατη ιστορία της μα και καθένας από τους πολίτες της χωριστά πάσχει από έλλειψη σκοπού και στόχου. Όταν δεν έχουμε εξωτερικούς εχθρούς να μας ξυπνούν από τον λήθαργο τα εσωτερικά μικρόβια, μύκητες και παράσιτα θριαμβεύουν οργιάζοντας πάνω σε σώματα και ψυχές»
Αιδώς αργέ στο μυαλό και στην καρδιά που θέλεις να επινοήσεις κατοχές για να μας χαρίσεις ελευθερία μετά. Εμείς θα πούμε ξανά και ξανά όχι. Κανείς δεν κατέχει την περήφανη και θα ισχυριστώ μετά λόγου γνώσεως γνωστική χώρα μας.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. καθηγητή
Νομίζω ότι η χώρα κατέχεται από ξένους και ο καθένας είναι ξένος και για τον ίδιο και για τους άλλους.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ της «Αγωνιστικής Πρόθεσης»
Εσύ είσαι ο ξένος και καλά θα κάνεις να μείνεις μακριά. Δεν τους θέλουμε του είδους σου
ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. Καθ.
Είμαι μακριά.