Η ανάδειξη του νέου αρχιεπισκόπου δίνει την δυνατότητα για ενασχόληση με τα θέματα της εκκλησίας. Μετά την δεκαετία του μακαρίτη Χριστόδουλου μοιάζει να θεωρείται και να ελπίζεται ότι τώρα δίνεται πάλι μία ευκαιρία για διόρθωση στην πορεία του καραβιού της εκκλησίας. Τα άρθρα που ακολουθούν των Στέλιου Ράμφου και Χρήστου Γιανναρά θίγουν το θέμα με τρόπο ουσιαστικό και παράλληλο σε σημεία και θέσεις.
Μια ευχή για την ενθρόνιση του κ. Ιερώνυμου
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος καλείται να επιλέξει ως ηγέτης θρησκευτικός το μέλλον μιας ευρωπαϊκής Ελλάδας
Του Στελιου Ραμφου*
Οσοι επιθυμούσαν βελτίωσι των εκκλησιαστικών μας πραγμάτων δέχθηκαν με ικανοποίησι την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου. Ο κ. Ιερώνυμος αναλαμβάνει τα ηνία της διοικήσεως του κλήρου σε ώρες δύσκολες για εκείνη και για τον τόπο, ώρες ισχνών προσδοκιών και μεγάλης ευθύνης. Ο εκλιπών Αρχιεπίσκοπος επεχείρησε με ιδεολογική αντίληψι των περιστάσεων να διεκδικήση, για λογαριασμό του εθναρχικό ρόλο, αντιπαραθέτοντας την Εκκλησία στην πολιτική κοινωνία («ή με την Εκκλησία ή με τα ανθρώπινα δικαιώματα»), αλλά οι αποκαλύψεις για την διαφθορά στον χώρο του ιερατείου δεν το επέτρεψαν. Είμαστε όλοι μέρος του προβλήματος και επομένως δεν πείθουν οι «καταγγελίες» από άμβωνος ούτε οι ηθικοπλαστικές κορώνες.
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος θα γράψη ιστορία εάν αντιμετωπίση την Εκκλησία της Ελλάδος ως παράγοντα της ηθικής και πολιτικής εκπτώσεως μιας κοινωνίας, της οποίας αποτελεί θεσμικό εκφραστή συλλογικής πίστεως και εθνικής ταυτότητος. Κατ’ αυτή την έννοια είναι κρισιμώτατο να διαθέτη επαρκή ορίζοντα κατανοήσεως των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στην σημερινή εποχή, εποχή πολύ διαφορετική από εκείνη στην οποία γεννήθηκε και ανδρώθηκε η χριστιανική ορθοδοξία.
Η παρούσα κοινωνική κρίσι στον τόπο μας οφείλεται κυρίως σε οργανική παθογένεια και όχι σε εξωγενείς συντελεστές. Γι’ αυτό και εκδηλώνεται διαχρονικά ακολουθούμενη από στιγμές ανατάσεως, που γρήγορα υποχωρούν, αφήνοντας βεβαίως τα ίχνη τους.
Την ανατροπή προκαλούν συνηθέστατα η αδιαφορία για τα κοινά, που προσφέρει ζωτικό χώρο στην διχόνοια, και εν συνδυασμώ προς την δίψα των μεσσιανικών λύσεων μία καταστατική ματαιόδοξη ιδιοτέλεια, η οποία συντηρεί την καχυποψία για το «άλλο» υποδαυλίζοντας αθέμιτες συναλλαγές και διαφθορά. Και τα τρία μαζί δημιουργούν ψυχισμούς οι οποίοι, όταν δεν λειτουργούν εμπρηστικά, δηλητηριάζουν και υπονομεύουν την συνοχή της ολότητος με απαιτήσεις κοινωνίας «δικών μας» και όχι πολιτών. Ετσι, ο ζεστός και ζωντανός ελληνικός λαός δεν έχει κατορθώσει ακόμη, μετά 180 χρόνια εθνικής ανεξαρτησίας, να συμφιλιωθή με την ιδέα της κρατικής του υποστάσεως και της κοινωνικής ευθύνης. Και το πληρώνει πανάκριβα!
Ελληνική Εκκλησία και νοοτροπία
Η ιστορία επαναλαμβάνεται με άλλα λόγια και σήμερα. Την προϊούσα κατάπτωσι εξηγεί η αυτοκαταστροφική ανένδοτη αντίστασι αγκυλωμένων νοοτροπιών απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας. Το εκρηκτικό μείγμα απαρτίζουν οι νέες τεχνοοικονομικές δυνατότητες της παγκοσμίου πραγματικότητος, εν συσχετισμώ προς την προβληματική νεποτιστική δημοκρατία, η οποία προσφέρεται ως πεδίο δράσεως για όσους διαθέτουν προσβάσεις στο Δημόσιο, αλλά δεν εσωτερικεύουν την έννοια του κοινού καλού, που θεμελιώνει κάθε γνήσια δημοκρατία. Οι νοοτροπίες αυτές χαρακτηρίζουν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα των ορθοδόξων εθνών και των ανθρωπολογικώς καθυστερημένων χριστιανικών κοινωνιών. Εκεί, την ταυτότητα και την συνοχή καθορίζει η τάξι τής συγγενείας του αίματος και της εντοπιότητος. Στην έννοια της εντοπιότητος βασίζεται και η μεσαιωνική οργανωτική δομή της εκκλησιαστικής ιεραρχίας αναγνωρίζοντας το ολικό στο τοπικό και το καθολικό στο οικείο.
Η Εκκλησία έχει προσφέρει πολλά στην ιστορική διαδρομή του ελληνισμού και δεν μπορεί κανείς παρά να νοιώθει ευγνωμοσύνη. Επέλεξε, ωστόσο να γίνη ιδανικό του εαυτού της και έτσι κατήντησε να παρακολουθή τις κοινωνικές εξελίξεις προσπαθώντας να τις μεταγράφη στις ψευδαισθήσεις της. Το θρησκευτικό δόγμα έκλεισε με την Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο του 787, ενώ ο ησυχασμός της νοεράς προσευχής απέκλεισε κάθε άλλη μορφή πνευματικής ζωής μετά τον Αγιορειτικό τόμο του 1341. Το αποτέλεσμα ήταν η αιωνιότητα της κατά κόσμον Εκκλησίας να σέρνεται χαμαιλεοντικά πίσω από τον ιστορικό χρόνο που είχε αποκηρύξει αντί να τον φωτίζη αναγεννητικά, και να εγκλωβίζη τους ορθοδόξους λαούς με εσχατολογικές προφητείες στην παρακμή της. Τα ναυάγια στην Ελλάδα, τη Ρωσία και αλλού ήταν απανωτά και οδυνηρά. Η Εκκλησία έσπρωχνε στο αδιέξοδό της και την κοινωνία, με αντίτιμο τον συνεκτικό μύθο που της προσέφερε· ως πνευματικός θεσμός ισχυρότατης ψυχικής εμβέλειας την επηρέαζε και την επηρεάζει προς το καλύτερο ή το χειρότερο.
Ο επηρεασμός συντελείται στις ψυχές εγγράφοντας σαν μοναδικό σκοπό ζωής την λυτρωτική αλήθεια της πίστεως, η οποία νοηματοδοτεί την ατομική, κοινωνική και πολιτική ζωή. Τώρα ο αναχρονισμός αποδεικνύεται ολέθριος, αφού ο άνθρωπος και ο κόσμος έχουν δικό τους νόημα. Μπορεί η χριστιανική πίστι να μην απορρίπτη τον κόσμο, όμως όσο και αν τον αποδέχεται, ο χριστιανός σώζεται μόνο πνευματικά. Γι’ αυτόν ο κόσμος δεν έχει δικό του νόημα· το αντλεί άνωθεν στα πλαίσια μιας θείας οικονομίας της σωτηρίας, οπότε η πίστι ενέχει την λογική της αρνήσεως. Είναι γνωστές οι ορθόδοξες καταβολές του ρωσικού μηδενισμού και του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Αλλά, για να σταθώ σε πιο οικεία μας θέματα, μήπως ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας, των βουλευτών και των υπουργών ενώπιον των εκπροσώπων της Εκκλησίας, δεν σημαίνει ότι το νόημα των υψίστων πολιτειακών μας θεσμών είναι εξωπολιτικό; Οτι η πολιτική ζωή καθ’ εαυτήν αποτελεί διαδικαστική λειτουργία υπηρετική εντέλει θρησκευτικών αξιών; Δεν συνιστά ανώμαλο φαινόμενο που παραβιάζει κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφού ιεραρχεί πεποιθήσεις και ταυτότητες; Και αν υφίστανται εθνικοθρησκευτικά προνόμια, τότε για τι είδους δημοκρατική ισότητα μιλάμε;
Ως μεσαιωνικής καταβολής Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, η Εκκλησία εκ των πραγμάτων αντιμάχεται την πρόοδο της σημερινής κοινωνίας, καθώς της μεταγγίζει θεσμικά μια ιστορικά προσδιορισμένη αλήθεια, η οποία προϋποθέτει ετερόνομο άνθρωπο και όχι το νεώτερο αυτόνομο υποκείμενο, που τείνει να εξελίσσεται σε υπεύθυνο και δημιουργικό πολίτη. Οπωσδήποτε δεν υφίσταται κοινωνία χωρίς κοινή πίστι. Αλλά για να αποτελέση η συλλογική πεποίθησι την πίστι του πολίτη, χρειάζεται εσωτερική στήριξι και αιτιολόγησι. Εξ ου και η τήρησι των παραδόσεων, απαιτεί πλέον προηγουμένη λογική αποδοχή. Διαφορετικά τόσο τα άτομα όσο και οι ομάδες κινδυνεύουν να προσλαμβάνουν και να βιώνουν σχιζοφρενικά την πραγματικότητα, υποχρεούμενοι να εσωτερικεύουν ιδεολογικά μια νομιζόμενη συνθήκη.
Η συλλογική αλήθεια ισχύει για όσους την κάνουν δική τους. Στην πολιτική κοινωνία αυτοί δεν μπορεί να είναι τα φυσικά άτομα της ομάδος, αλλά εκείνοι οι οποίοι έρχονται σε σχέσι με τον εαυτό τους και υπάρχουν ως ελεύθερα υποκείμενα. Ο πολίτης διαμορφώνεται στην εσωτερικευμένη σχέσι κυριαρχίας του φυσικού ατομικού θελήματος από το αίσθημα ευθύνης έναντι πάντων. Υπ’ αυτό το πρίσμα η συνύπαρξι στην ευθύνη δημιουργεί τον πολίτη, που εμμέσως απωθείται έως αποκλείεται, όπου το θεσμικό σύστημα λειτουργεί ιεραρχικά και λαμβάνει απ’ έξω το νόημα. Στις ιεραρχίες μεσαιωνικού τύπου, όπως η διοίκησι του κλήρου, δεσπόζουν εξ ορισμού ο πατερναλισμος, οι δεσμοί εντοπιότητος και αφοσιώσεως, οι συμμαχίες συμφερόντων, ασχέτως προθέσεως των τελεσιουργών του ευχαριστιακού μυστηρίου. Οταν αυτό το πνεύμα έχη εκ παραδόσεως ευρεία κοινωνική αποδοχή, τότε επικρατεί η διαδικαστική δημοκρατία και μαζί της ένα φυσικό Εγώ, που εννοεί ως μοναδικότητα την μερικότητά του και διεκδικεί όλα τα δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις.
Την αρμονία Εκκλησίας και Πολιτείας εγγυάται ο χωρισμός
Η δημοκρατία είναι αντιπαθής για κάθε Εγώ το οποίο δεν εσωτερικεύει την αξία του άλλου πολίτη. Κι όμως, μόνο σ’ αυτή την περίπτωσι μπορεί να αυτοπεριορίζεται η βουλιμική απόλαυσι των δικαιωμάτων. Χωρίς εσωτερική αντίστασι στις ενστικτώδεις ορμές του φυσικού Εγώ η διαφθορά διαβρώνει τα πάντα. Αλλά πώς να βρεθούν τέτοιες αντιστάσεις εφ’ όσον η θρησκευτική πίστι καταντά συμμόρφωσι προς μια δογματοπαγή τυποτελετουργική αλήθεια; Εκεί κάθε προσωπική αλήθεια ακυρώνεται, κάθε αναπλαστική εσωτερικότητα διασκεδάζεται, για να πάρη τη θέσι της ο εθνοθρησκευτικός ζηλωτισμός και ο πόλεμος μεταξύ του ετερόνομου πιστού και του αυτόνομου πολίτη. Πόλεμος εν ονόματι της συντριβής του φυσικού Εγώ! Αυτό το Εγώ ωστόσο ουδέποτε –ευτυχώς– ηττάται κατά κράτος· τιθασεύεται ωστόσο μεταμορφωτικά, αφ’ ης στιγμής το αντικείμενο της επιθυμίας εσωτερικευθή, οπότε η δύναμί του τελειούται στην αδυναμία της ευθύνης.
Ο άνθρωπος των προηγμένων κοινωνιών δεν στερείται συλλογικών πεποιθήσεων. Συμμερίζεται παραδείγματα μυθικών διαστάσεων και συμβολικά πρότυπα που προσδίδουν στην ύπαρξι σημασία, κρατώντας το είναι ανοικτό στο σύμπαν των αξιών. Επομένως, οι κοινές αλήθειες και αντιλήψεις δεν αποτελούν καθ‘ εαυτές ουσιώδες χαρακτηριστικό του πολίτη, ο οποίος είναι εις θέσιν να υιοθετή ελεύθερα την κατά την κρίσι του αλήθεια. Γι’ αυτό και έχει ανάγκη ζωτική την κρατική εγγύησι της πολυφωνίας.
Στη δημοκρατία ο πολίτης είναι ίσος με τους συμπολίτες του όχι ως προς τη φυσική του κατάστασι, τα χαρίσματα ή τα ελαττώματά του, αλλά ως προς την καθολικότητα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του.
Τα δεδομένα τούτα μάς επιτρέπουν να διατυπώσουμε την απαίτησι της ιστορικής στιγμής, με γνώμονα το συμφέρον της Πολιτείας και της Εκκλησίας. Η ιστορική στιγμή απαιτεί όχι «διακριτούς ρόλους» αλλά χωρισμό σαφή της Εκκλησίας και της Πολιτείας. Εάν ενδιαφέρει μια Πολιτεία ελεύθερων ανθρώπων και μια Εκκλησία ζώσα, πρέπει να λάβη τέλος ο μεταξύ τους νευρωτικά αποπνικτικός εναγκαλισμός με τα συμπαρομαρτούντα της εθναρχικής μεγαλομανίας, που βιώναμε πρό τινος, ώστε η πρώτη να ακολουθήση τον δικό της βηματισμό και η δεύτερη να προσλάβη στο ευχαριστιακό σώμα της τους ιστορικούς αναγκασμούς με το ευαγγελικό πνεύμα. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος καλείται να ορθοτομήση τον λόγο της αληθείας και να επιλέξη ως θρησκευτικός ηγέτης υπεύθυνος, που μπαίνει στη θέσι της Πολιτείας και του πολίτη, το αγαθό μέλλον μιας ευρωπαϊκής Ελλάδος. Διαφορετικά θα είναι και αυτός εκ γενετής παλιός.
* Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_17/02/2008_259614
————————————————————————————————————
Ανάγκη για ρήξη, όχι για συνέχεια
Tου Xρηστου Γιανναρα
Με δεδομένη και ακατάσχετη την παρακμιακή κατρακύλα της ελλαδικής κοινωνίας, είναι οδυνηρά τεκμηριωμένη και η βεβαιότητα: Οτι, σε θέσεις κορυφαίας ευθύνης, ο κάθε επόμενος θα αποδείχνεται χειρότερος από τον κάθε προηγούμενο. Εκπληξη εξαίρεσης αποτέλεσε ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Δεύτερη έκπληξη μοιάζει να είναι η εκλογή του καινούργιου Αρχιεπισκόπου Αθηνών.
Η αλλαγή στο μετερίζι της Αρχιεπισκοπής έχει τα στοιχεία ριζοσπαστικής (ποιοτικής) καινοτομίας. Πρόκειται για «μετάβαση σε άλλο είδος»: Από τον θρησκευτικό ηγέτη (το είδος Αγιατολάχ), φαίνεται να περνάμε στον εκκλησιαστικό διάκονο του λαϊκού σώματος. Από τη φρενιασμένη εκζήτηση δημοσιότητας, στον δυναμισμό της συνετής ταπεινότητας. Από τη φλύαρη ιδεολογικοποίηση της εκκλησιαστικής μαρτυρίας (και τις συνακόλουθες αντιμαχίες με τους αντιφρονούντες), στην ήρεμη βεβαιότητα εμπειρικών ψηλαφήσεων χωρίς ανάγκη απολογητικής.
Κάποιοι ευχήθηκαν να συνεχιστεί το έργο του προκατόχου: τα «επικοινωνιακά ανοίγματα» που «έβγαλαν την Εκκλησία από το περιθώριο», την «εκσυγχρόνισαν», «έφεραν τη νεολαία στην Εκκλησία». Αν αυτά λέγονται με αγαθότητα προθέσεων, είναι φανερό ότι λογαριάζουν την Εκκλησία σαν κάτι ανάλογο με το ΙΚΑ: οργανισμό κοινής ωφέλειας ή προσκοπισμό και για ενηλίκους. Ζωτική ανάγκη είναι η ρήξη με αυτό το παρελθόν, όχι η συνέχεια.
Η ρήξη προϋποθέτει επίγνωση ότι τα «επικοινωνιακά ανοίγματα» είναι ασυμβίβαστα με το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής μαρτυρίας, την εμπειρία του εκκλησιαστικού (ερωτικού) αθλήματος. Οταν η μαρτυρία γίνει ρητόρευμα εξουσιαστικού εντυπωσιασμού, τέχνασμα ψυχολογικής επιβολής, προπαγάνδα για την άγρα οπαδών, τότε το εκκλησιαστικό γεγονός έχει καταλυθεί, έχει αλλοτριωθεί σε «επικρατούσα θρησκεία».
Η Εκκλησία υπάρχει αυθεντικά μόνο όταν είναι περιθώριο – ακριβώς όπως και ο έρωτας. Οταν ο έρωτας γίνεται δημόσιος, διαστρέφεται σε φτηνή πορνική πραμάτεια. Δεν μπορεί να μαρτυρηθεί η εκκλησιαστική εμπειρία με συλλαλητήρια, με «λαοθάλασσες» σύναξης επιταφίων στο Σύνταγμα, με χειροκροτήματα και δημαγωγικούς φιλιππικούς μέσα στην εκκλησιαστική Ευχαριστία, ούτε με ροδοπέταλα που ραίνουν χρυσοστόλιστες μαζορέτες. Είναι άλλης τάξεως το εκκλησιαστικό γεγονός, πανηγύρι γιορτής για τον θάνατο που «πατείται θανάτω», όχι ιδεολογική στράτευση, όχι ψυχολογικό ντοπάρισμα, όχι εγωτική αυτασφάλιση με «πεποιθήσεις» και συναισθηματικά παραισθησιογόνα.
Ισως μια μερίδα της νεολαίας, η πιο επιπόλαιη, να εντυπωσιάζεται ακούγοντας ότι ο Αρχιεπίσκοπος «την πάει», ότι την καλεί να έρθει στην Εκκλησία «όπως είναι: με το σκουλαρίκι της και τη μίνι φούστα της». Αλλά ποτέ σοβαρός άνθρωπος, παιδί ή ενήλικας, δεν θα ανοιχτεί στην περιπέτεια της μεταφυσικής αναζήτησης επειδή τον κάλεσαν εκεί με την αργκό της καθημερινής πλάκας ή με ανέκδοτα. Η ελλαδική κοινωνία σήμερα κατακλύζεται από καταιγιστικό πληθωρισμό θρησκευτικού κηρύγματος: προφορικού, έντυπου, ραδιοφωνικού. Εχει υποχρεωτική τη διδασκαλία θρησκευτικών στα σχολειά, κατηχητικά μαθήματα στους ναούς, κατηχητικές κατασκηνώσεις σε κάθε μητρόπολη, χώρια η «ιεραποστολική» δραστηριότητα ευσεβιστικών εξωεκκλησιαστικών σωματείων. Δεν μας λείπουν οι «εκσυγχρονισμένες» μέθοδοι θρησκευτικής προπαγάνδας. Μας λείπει τραγικά λόγος εκκλησιαστικός, μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας.
Γι’ αυτό και η κοινωνία μας αποδείχνεται εντελώς ακατήχητη, ντροπιαστικά απληροφόρητη και για τα στοιχειώδη της μεταφυσικής παράδοσης του Ελληνισμού. Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστο, πολιτικοί και δημοσιογράφοι αραδιάζουν παιδαριωδίες για να παραπέμψουν δήθεν στο «νόημα» της γιορτινής μέρας. Αλλοι, πιο «διανοούμενοι» χλευάζουν τη «χριστιανική» διδασκαλία την οποία εξοφθαλμα αγνοούν, γι’ αυτό και τη συγχέουν με τα αφελή στερεότυπα του προπαγανδιστικού ιεραποστολισμού. Πρόβλημα σήμερα δεν είναι να φτάσει κάποιος στον ναό, αλλά το τι τον περιμένει εκεί που θα φτάσει: ποιες θρησκευτικές μωρολογίες θα τον βομβαρδίσουν, ποιες αχυρένιες ηθικολογίες, ποιος νομικισμός θα τον γεμίσει ενοχές.
Ευχή λοιπόν και προσδοκία είναι, όχι να συνεχίσει ο νέος Αρχιεπίσκοπος το έργο των προκατόχων του, αλλά να τολμήσει τη ρήξη με την «επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία». Οι στόχοι του θα του δώσουν και τα κριτήρια για την επιλογή των επιτελών του, που είναι και η κρισιμότερη για την επιτυχία του προϋπόθεση. Ξέρει, από την πείρα των αμέσως προηγούμενων δέκα ετών, ότι οι «επικοινωνιακές» προτεραιότητες, ο «ιεραποστολικός» εξωραϊσμός της δίψας για δημοσιότητα, για εθναρχικό ρόλο στο πολιτικό παλκοσένικο, θα φέρουν αναπότρεπτα κοντά του «επιτελείς» τύπου Γιοσάκη, Βαβύλη, Κουλουσούσα, του οπλοφόρου αδελφού της «Χρυσοπηγής» Φαρμάκη και όποιων άλλων εφιαλτικών φαντασμάτων του χειμώνα 2005.
Η τόλμη της ρήξης με την κυρίαρχη αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος απαιτεί θεσμικές καινοτομίες, όχι πρωτοβουλίες που θα επιβιώσουν σε μία και μόνη αρχιεπισκοπική θητεία. Ηδη η τηρεύουσα «Χρυσοπηγή», μόλις δύο μέρες μετά την εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου, έσπευσε αδιάντροπα να προτείνει όριο ηλικίας των επισκόπων, ώστε σε πέντε χρόνια να ξαναπροσπαθήσει την αναρρίχηση στην αρχιεπισκοπή Αθηνών. Σίγουρα η προκλητικά οργανωμένη, δεκαετίες τώρα, τυρεία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί περιπτωσιακά, απαιτείται προσφυγή σε μείζονα σύνοδο, να κριθεί με κριτήρια αμιγώς εκκλησιολογικά. Το ίδιο και ο καθολικός πια καρκίνος του ατομοκεντρικού ευσεβισμού, που έχει κάνει μεταστάσεις από τα εξωεκκλησιαστικά σωματεία στο σώμα κάθε σχεδόν επισκοπής και ενορίας επιβάλλοντας τον προπαγανδιστικό ζηλωτισμό σαν τη μοναδική έκφανση «εκκλησιαστικής» δραστηριότητας και ευσέβειας.
Από τα πιο επείγοντα προβλήματα είναι η αλλαγή του τρόπου εκλογής των επισκόπων: να περιοριστεί θεσμικά η αυθαιρεσία και ασυδοσία του εκάστοτε Αρχιεπισκόπου να επιβάλλει τη στελέχωση της Ιεραρχίας με άβουλα, δουλόφρονα ανθρωπάκια υποταγμένα στα θελήματά του. Αλλο κατεπείγον πρόβλημα, η αποκατάσταση της αισθητικής και της αρχοντιάς, δηλαδή της γνησιότητας του ορθόδοξου λειτουργικού χώρου: να καθαρθούν προγραμματικά οι εκκλησίες από το ανυπόφορο κιτσαριό των πλαστικών πολυελαίων, των ηλεκτρικών καντηλιών, της τερατωδίας των μεγαφώνων, να εξοβελιστεί η χωριατιά απομιμήσεων της φραγκολαϊκής θρησκευτικής ζωγραφικής και να αναστηλωθούν εκκλησιαστικές Εικόνες.
Ελπίζουμε και στην τόλμη μιας σοβαρής, τίμιας και με εκκλησιαστικά κριτήρια προετοιμασίας για υγιή, γόνιμο χωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Οχι για να κολακευτεί ο συμπλεγματικός επαρχιωτισμός των ξιπασμένων «προοδευτικών», αλλά για να ελευθερωθεί το εκκλησιαστικό γεγονός από τη δουλεία σε κρατικές και εθνικιστικές σκοπιμότητες.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_1_17/02/2008_259605