περιπτώσεις

Ιουνίου 9, 2009

το ξεκίνημα (νομίζω) της περίπτωσης της Σούζαν Μπόιλ

Η συνέχεια τα είχε όλα. Όλα τα ανθρώπινα, όλα τα μιντιακά, το ανέβασμα και τελικά την ήττα σχεδόν δίπλα στη νίκη κλπ …

——————————————————————

κάποιος που έφυγε και αξίζει να θυμόμαστε

Ιουνίου 3, 2009

Συζητήσεις χωρίς νόημα ή το νόημα υπάρχει ούτως ή άλλως και μπορεί απλά να μην μας αρέσει;

Επαφές με καλή πρόθεση που αφήνουν δυσάρεστη γεύση. Γιατί;

Έλλειψη συμμαχιών και υποστήριξης για αυτά που θεωρούμε σπουδαία και νομίζουμε πως μας νοιάζουν πολύ.

μια γοητευτική εικόνα

Δεκεμβρίου 23, 2008

dsc01811

αφιερωμένο στο Ζ… μου

Άρθρα με ενδιαφέρον

Δεκεμβρίου 22, 2008

Η πολιτική της ανυπακοής, Tου Πασχου Μανδραβελη, ένα άρθρο με στοιχεία για τον Χένρι Ντέιβιντ Θορό, “Κ” 21/12/2008

από το http://dyosmaraki.blogspot.com/2007/07/blog-post_20.html

kymi2

(στην φωτογραφία ο Δημήτρης-κατσαρόλας, η Ελένη,
2 από τα παιδιά τους η Κατίνα και ο Φειδίας, 2 από τα προβατάκια τους και ο “Μούργος” ο σκύλος τους)

Η   Σ Τ Ρ Ο Φ Η   Τ Ο Υ   Κ Α Τ Σ Α Ρ Ο Λ Α
“Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δός της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν’ αρχινίσει….”
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριουδάκι της Εύβοιας, που ονομάζεται Οξύλιθος, μια κοπέλα που την έλεγαν Ελένη. Ηταν μια πανέμορφη κοπέλα (όπως όλες οι Ελένες) και καταγόταν από πολύ καλή και γνωστή οικογένεια της περιοχής, την οικογένεια Μπενέτου. Οταν μεγάλωσε η Ελένη παντρεύτηκε έναν όμορφο νεαρό και απέκτησαν 2 όμορφα παιδάκια, τον Νικόλα και τον Μίμη (από το Δημήτρης).
Η ευτυχία τους δεν έμελλε να κρατήσει πολύ : Σε λίγο ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και ο άντρας της Ελένης έφυγε για το μέτωπο. Αργότερα η Ελένη έλαβε ένα μετάλλειο και ένα γράμμα με το οποίο την ενημέρωναν πως ο άντρας της πολέμησε ηρωικά στην Αλβανία και έπεσε μαχόμενος υπέρ της πατρίδας. Η Ελένη ξέσπασε σε λυγμούς, τον αγαπούσε τον άντρα της δεν πρόλαβε όμως να τον χαρεί, της τον διεκδίκησε ο χάρος……
Τα χρόνια περνάγανε, στην Ελλάδα είχαν έρθει δύσκολες ημέρες, φτώχεια, πείνα, πολιτικές αναταραχές……. Και η Ελένη άρχισε να ξενοδουλεύει, ξενόπλενε ρούχα και καθάριζε σπίτια για ένα κομμάτι ψωμί! Αυτό το κομμάτι όμως το είχαν ανάγκη τα παιδιά της που ήταν μικρούλια, έπρεπε να μεγαλώσουν…..Παρ΄όλες τις κακουχίες της η Ελένη εξακολουθούσε να διατηρεί την φρεσκάδα της νιότης της. Ετσι μια ημέρα που την αντίκρυσε ένας όμορφος νέος θαμπώθηκε από την ομορφιά της και αποφάσισε να την παντρευτεί.
Τα ήθη και τα έθιμα όμως εκείνη την εποχή ήταν αυστηρά! Που ξανακούστηκε χήρα γυναίκα να ξαναπαντρευτεί? Εκείνη την εποχή όταν μια γυναίκα έχανε τον άντρα της έβαζε τα μαύρα και δεν τάβγαζε ποτέ πιά…..
Ο Δημήτρης ο όμορφος, έτσι ήταν το παρατσούκλι του, δεν τόβαλε κάτω, την διεκδίκησε την Ελένη, η οποία τελικά αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Εφυγαν όμως από τον Οξύλιθο. Πήγαν σε μια τοποθεσία μέσα στα βουνά (τότε) σε μια περιοχή λίγο πριν την Κύμη. Πάνω σε έναν λόφο έχτισαν το φτωχικό τους, ένα πέτρινο σπιτάκι, και έστησαν το νοικοκυριό τους. Ο Δημήτρης άνοιξε ένα μικρό εργαστήρι στην Πλατάνα (ένα παραθαλάσσιο μέρος της Κύμης), ήταν ξυλουργός ξέχασα να σας το πω!!!
Την ευτυχία τους ήρθαν να την συμπληρώσουν 2 παιδάκια, η Κατίνα και ο Φειδίας (την περίοδο του Μεσοπολέμου ήταν της μόδας να βγάζουν τα παιδιά με αρχαιοελληνικά ονόματα). Μην βιάζεστε όμως, της Ελένης το ριζικό δεν όριζε να ευτυχήσει! Μέσα σε λίγα χρόνια ξέσπασε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος! Η Ελλάδα υπέφερε από τις κακουχίες, το ίδιο και οι άνθρωποί της!!! Η πείνα ήταν ο μεγαλύτερος φόβος, οι άνθρωποι δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε, σκελετωμένοι, με κοιλιές πρησμένες από την πείνα, βρίσκονταν σε απόγνωση…..
Ανάμεσα σε όλους τους Ελληνες έτσι και η ήρωες της ιστορίας μας υπέφεραν. Ο Δημήτρης άρχισε να κατασκευάζει ξυλοπάπουτσα για τους ανθρώπους και η Ελένη φρόντιζε τα 4 παιδιά τους.
Το σπιτάκι του Δημήτρη και της Ελένης ήταν ένα ησυχαστήριο, είχε καταπληκτική θέα , έβλεπες όλο το πέλαγος σαν έβγαινες στην αυλή του σπιτιού τους. Οι άνθρωποι που κατέβαιναν προς τα άλλα χωριά (με τα πόδια η με τα ζώα τότε) υποχρεωτικά πέρναγαν από την αυλή του σπιτιού τους. Ο Δημήτρης ήταν άνθρωπος της παρέας, του άρεσε το κρασάκι (είχαν ένα αμπελάκι και έβγαζε λίγο κρασί), είχαν και κάτι κατσικάκια και έπιναν γαλατάκι, το καλοκαίρι η Ελένη παρασκεύαζε σουτζούκια και ξέραινε τα συκαλάκια που προμηθευόταν από τις συκιές που είχαν στο χωραφάκι τους. Οσοι περνούσαν λοιπόν από το σπίτι τους εκεί στο ύψωμα κοντοστέκονταν για να γευτούν τις λιχουδιές της Ελένης και το κρασάκι του Δημήτρη. Ηταν τόσο φιλόξενοι και οι δυό τους…….
Παρ΄όλο που είχαν τα καλούδια τους από το χωραφάκι τους, δώσε-δώσε σε όποιον πέρναγε από εκεί, το τσουκάλι καθημερινά άδειαζε γρήγορα….Ο Δημήτρης ήταν τόσο φιλόξενος άνθρωπος που προτιμούσε να μείνει ο ίδιος και τα παιδιά του νηστικά παρά οι περαστικοί. Κάποια ημέρα λοιπόν, καθώς είχαν μαζευτεί καμιά δεκαριά άτομα στο σπίτι του Δημήτρη και της Ελένης και έτρωγαν, του λένε του Δημήτρη : Βρε Δημήτρη αυτή η κατσαρόλα σου όποτε ερχόμαστε είναι γεμάτη, ούτε ο Ερυθρός Σταυρός να ήσουν. Μας έσωσες από την πείνα αγαπημένε μου φίλε, αυτό θα στο χρωστάμε, δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ………
Ετσι από την επόμενη ημέρα ο Δημήτρης δεν λεγόταν πια Δημήτρης μα “ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ”. Και οι άνθρωποι σαν ήθελαν να δώσουν ραντεβού στο σπίτι του Δημήτρη έλεγαν πάμε “ΣΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”.
Ο Δημήτρης από την άλλη επειδή ήταν άνθρωπος που του άρεσαν τα αστεία πήρε την επόμενη ημέρα ένα πινέλο και έβαψε έξω από το σπιτάκι του “ΤΑΒΕΡΝΑ SOS”. Επειδή το σπίτι του βρισκόταν σε πολύ ψηλό σημείο, σαν είδαν οι γύρω χωριανοί την επιγραφή “ΤΑΒΕΡΝΑ SOS”, έμαθαν την ιστορία και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια.
Από τότε ξεχάστηκε το όνομα Δημήτρης και έμεινε το “ΚΑΤΣΑΡΟΛΑΣ”. Ακόμη και όταν κάποια χρόνια αργότερα (κοντά στο 1960) κατασκευάστηκε ο ασφαλτόδρομος που πάει προς την Κύμη, και απαλλοτριώθηκε ένα μέρος του κτήματος του Δημήτρη και της Ελένης για να γίνει μια στροφή, η στροφή αυτή ονομάστηκε “Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”!!!!!
Τα χρόνια περάσανε ο Δημήτρης και η Ελένη πέθαναν, τα παιδιά τους έφυγαν από την περιοχή, το σπιτάκι που έσωσε πολλούς κατοίκους της περιοχής από την πείνα κατέρρευσε ενώ το υπόλοιπο κτηματάκι που είχε απομείνει μετά την απαλλοτρίωση, απόμεινε μια σταλίτσα……
Οι ντόπιοι κάτοικοι όμως στην ανάμνηση της υπόσχεσης “ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ” που είχαν δώσει εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι που έτρωγαν στο φτωχικό του Δημήτρη διατήρησαν μέχρι τις μέρες μας αυτό το τοπωνύμιο με την ονομασία “Η ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ”
……η Ελένη ξεχάστηκε…..
Εάν κάποτε βρεθείτε στον δρόμο προς την Κύμη, αναζητείστε αυτή την γωνίτσα της Ευβοιώτικης γης και προσπαθείστε να αφουγκραστείτε τις φωνές των ανθρώπων που εκεί σε κάποια στροφή στην στροφή του ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ ή κατά κόσμον Δημήτρη
κάπου κάπου συναντιόνταν στην
Ταβέρνα SOS

Κάποια πράγματα αξίζει να τα θυμόμαστε
…….κάπου κάπου……

ένα άρθρο του Ν. Ξυδάκη με αναφορά στον στάρετς Σεραφείμ του Σάρωφ: 

Τι προσκυνούν στο Μενίδι

“… Και τι μπορεί να λέει ο προμοντέρνος στάρετς από το Ντιβέγιεβο του Κουρσκ, ο διατρέξας Χίλιες Νύχτες Προσευχής και πολυετή Σιωπή, στον υστερομοντέρνο άνθρωπο; Ο υστερομοντέρνος, εγώ, εσύ, εμείς, δεν πιστεύει, δεν ζητά χάρη, δεν συγχωρεί ούτε τον εαυτό του χωρίς έξωθεν υποστήριξη, δεν αναζητά αλλού τη σωτηρία παρά μόνο στον εαυτό του. Και δεν σιωπά. Δρα ακαταπαύστως, ομιλεί, συναναστρέφεται, παράγει θόρυβο, ζει μες στο θόρυβο, κυκλωμένος από επικοινωνίες και δίκτυα, ανασαίνει δικτυωμένος, μες στην τυραννία της οικειότητας. Δεν στοχάζεται, δεν σταματά να ξαναδεί πίσω και εδώ· πάντα μπρος, μες στη συνάφεια των πολλών, μόνος μες στην ερημία του πλήθους.

Ο ερημίτης που τάιζε την αρκούδα και δάκρυζε με τα παιδιά, ο στάρετς που άφησε τη σιωπή και χύθηκε στον κόσμο, κομίζει στον υστερομοντέρνο, σε εμάς, αυτά τα παραπάνω: τη δυνατότητα συγχώρεσης και τη δυνατότητα σιωπής. Δηλαδή τη δυνατότητα αναστοχαστικού βίου, τη vita contemplativa. O αγράμματος ερημίτης υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας σε μεταϋλικό πλαίσιο, χωρίς τη βιάση του παρόντος· στην άπειρη διάρκεια της Φύσης, στον μακρό ιστορικό χρόνο· υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σκεφτόμαστε τον θάνατο ως συμβάν, τον χρόνο μετά από εμάς. Επιπλέον, υπενθυμίζει τη δυνατότητα να προσφωνούμε τον άλλο έτσι: «Καλημέρα, χαρά μου!…»

«Τη ζωή τη ζούμε, ο καρπός της τρώγεται και το πολύ που κάνεις με το γράψιμο αναμασάς τα φλούδια της. Η ζωή δεν είναι δουλειά, το γράψιμο είναι δουλειά»

«Φουντάραμε αρόδο στην αγκάλη Αγιος Νικόλαος, κολυμπήσαμε, ξεμεσημεριάσαμε, το απόγεμα μπήκαμε στο λιμάνι της Φολέγανδρος και ανεβήκαμε στο διπλό χωριό, ένα από τα ωραιότερα στις Κυκλάδες. Το βράδι ζυμωτό ψωμί, ρετσίνα σπιτικιά, κατσίκι στα κάρβουνα, σκόρδο, ντοματοσαλάτα με κρεμμύδι, γιδίσιο τυρί, αυγά μάτια με λάδι – ο πολιτισμός μας στα μονιμότερα συστατικά του. Η κηπουρική ένα με την ψαρική, αυτή ένα με την αρχιτεκτονική, αυτή ένα με την υφαντική και όλα ένα με τη θρησκεία, με τη γλώσσα, με τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, με τον ουρανό και τη γη. Ο κρίκος ατόφιος: φίδι ουροβόρο. Κανένα κυκλαδίτικο χωριό για μένα σαν τη Φολέγανδρο, τέτοια αρχοντιά, ταπείνωση, πάστρα (και είναι τα περισσότερα ανάλογα). Μερικά μαγαζιά και σπίτια ξέχωρα. Μερικές φυσιογνωμίες αξέχαστες, καθώς εκείνη η λιανοκόκαλη μαντιλωμένη γριούλα με τα μενεξεδένια μάτια και το κοριτσίστικο πρόσωπο, που με ρώτησε στο κεφαλόσκαλο του σπιτιού της: “Σας άρεσε το νησάκι μας;”. Ανέγγιχτο νησί, νησί του μέτρου σε όλα· τελειότητα που της αρέσει να μη φαίνεται και που μήτε το ξέρει, για τούτο και δεν κατέχει απλά και μόνο τη γνώση, αλλά είναι γνώση. Μακαρισμένοι όσοι κρατούν τέτοια μυστικά, πιστοί στο λόγο της ζωής τους.»

από ένα άρθρο του Ξυδάκη ( “Κι όλα γύρω σου είναι φως” )

ένα τριζονάκι

Σεπτεμβρίου 4, 2008

ένα τριζονάκι -μικρό, έτσι μου φαίνεται-

ήρθε χθες και προχθές στον ύπνο μου του Σεπτέμβρη.

το τραγούδι του ήταν ήρεμο και γλυκό,

παρηγοριά και υπόσχεση για το καλοκαίρι που φεύγει.

θα το περιμένω και απόψε.

άραγε πόσο θα με επισκέπτεται.

μοιάζει ντελικάτο και ευαίσθητο:

στις φωνές και τις φασαρίες σώπαινε και ξανάρχιζε όταν μέναμε μόνοι.

του είμαι υπόχρεος.

έκανε μεγάλο ταξίδι για να μ΄επισκεφθεί …

(του ΣΔΣ)

Η ΕΥΚΟΛΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΚΟΛΙΑΣ

«Αν θέλω να καταστρέψω τον μέτριο του κάνω την ζωή πιο εύκολη» Τσου Φι Κίνα 7ος αιώνας

ex cathedra όπως αρμόζει άλλωστε σε καθηγητή του γνωστού Πανεπιστημίου της Ουρβάνας μας ήρθε στο έντυπο μας ένα κείμενο απλά απαράδεκτο, ρατσιστικό αντιδημοκρατικό πλέρια. Ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζεται ότι όλες οι ευκολίες που τα τελευταία χρόνια άγγιξαν επιτέλους κάθε κάτοικο της ταλαίπωρης χώρας μας είναι εις βάρος των ανθρώπων και των ζωών τους.

Λέει ότι οι περισσότεροι δεν μπορούν να χειριστούν επαρκώς ούτε σαν χρηστικά αντικείμενα, ούτε σαν φορείς πολιτισμού και επιπέδου τα εργαλεία που προσφέρονται πια αφειδώς σε όλους μας. Λέει « όταν δεν εκλαμβάνουμε τις τελευταίες εξελίξεις των επιτευγμάτων των άλλων λαών σε μέσα άσκησης γοητείας στην καλύτερη των περιπτώσεων, επιβολής ακόμη και εξουσίας και γελοίας αυτοϊκανοποιήσεως στις περισσότερες και απλά απωλείας του μόνου πολύτιμου που έχει ο καθένας του ίδιου του εαυτού, με ιδιαίτερη ευκολία τα χρησιμοποιούμε εις βάρος όχι μόνο των ηθικών μας υπάρξεων αλλά και αυτών ακόμη των φυσικών. Το αυτοκίνητο είναι το απόλυτο όπλο αλλά και όλα τα άλλα κοντεύουμε να τα χρησιμοποιούμε σαν χειροβομβίδες που ο ένας με την πρώτη ευκαιρία εκσφενδονίζει στον άλλον».

Έφτασε στο σημείο να εκφράζει απόψεις το στυλ «καλύτερα να κρατάς τους πολλούς στην τσάπα παρά να δίνεις στους τεμπέληδες τρακτέρ και κινητά»

Πιάσε εσύ αχρείε μπουρζουά την τσάπα του λέει με περηφάνια το αγωνιστικό μας έντυπο.

Αλλού μιλώντας για τα υπέροχα νιάτα της επαρχίας μας τα χαρακτηρίζει «τους χειρότερα εκπαιδευόμενους μικροαστούς, αθηναιάκια του χειρότερου είδους, με τα κακά της Αθήνας και αυτά μεγενθυμένα και ούτε ένα από τα αμφιβόλου ποιότητος καλά της . Έτσι κι αλλιώς η Ελλάδα είναι επαρχία , η Αθήνα η επαρχία της επαρχίας ,κάθε μεγάλη πόλη επαρχία της επαρχίας της επαρχίας και κάθε μικρή είναι πια τετάρτου βαθμού υποβιβασμού ζωής, τρόπου και σκοπού».

Ισχυρίζεται ο αχρείος βολεμένος της θέσης του και της απόστασης του ότι «όλη η χώρα και η πρόσφατη ιστορία της μα και καθένας από τους πολίτες της χωριστά πάσχει από έλλειψη σκοπού και στόχου. Όταν δεν έχουμε εξωτερικούς εχθρούς να μας ξυπνούν από τον λήθαργο τα εσωτερικά μικρόβια, μύκητες και παράσιτα θριαμβεύουν οργιάζοντας πάνω σε σώματα και ψυχές»

Αιδώς αργέ στο μυαλό και στην καρδιά που θέλεις να επινοήσεις κατοχές για να μας χαρίσεις ελευθερία μετά. Εμείς θα πούμε ξανά και ξανά όχι. Κανείς δεν κατέχει την περήφανη και θα ισχυριστώ μετά λόγου γνώσεως γνωστική χώρα μας.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. καθηγητή

Νομίζω ότι η χώρα κατέχεται από ξένους και ο καθένας είναι ξένος και για τον ίδιο και για τους άλλους.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ της «Αγωνιστικής Πρόθεσης»

Εσύ είσαι ο ξένος και καλά θα κάνεις να μείνεις μακριά. Δεν τους θέλουμε του είδους σου

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ κ. Καθ.

Είμαι μακριά.

(του ΣΔΣ)

ΓΙΑΤΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΟΠΩΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΥΠΟΥ ΕSPRESSO

Αν και θα προτιμούσα να αρκούμουν στον τίτλο θα πράξω μια σύντομη επεξήγηση γνωρίζοντας ότι τα περιθώρια είναι λίγα. Αντί να εγκαταλείπω όμως τον αγώνα θα έχω στο νου μου τον ένα και ότι κάποτε ακόμα και μια μπουκάλα στον ωκεανό βρήκε τον ακριβή προορισμό της.

Θα μπορούσε επίσης το κείμενο να ήταν μόνο προϊόν εκνευρισμού και αγανάκτησης με αφορμή τα περιοδικά που συνοδεύουν τα γνωστά έντυπα μα ελπίζω και έτσι θα προχωρήσω και λίγο παρακάτω.

Όπως δεν μπορείς κρασί να φτιάξεις με βάση τον Οινοχόο άλλο τόσο δεν μπορείς να δημιουργήσεις σπίτι με βάση το Maison, με το GK να γίνεις άνδρας ή με τα γυναικεία αντίστοιχα να γίνεις γυναίκα. Και ενώ οι δημιουργοί τους με ευκολία θα ισχυριστούν ότι δεν είναι ο προορισμός τους αυτός, ο κόσμος που με συνέπεια και αφοσίωση υπηρετούν και προβάλλουν είναι ο κόσμος των απελπιστικά λίγων και των λακέδων τους φυσικά. Αλήθεια πόσο πιο θλιβερή η θέση όχι ενός που δεν έχει να φάει αλλά ενός που παρκάρει το κότερο του μήκους 12 μέτρων και αξίας ενός εκατομμυρίου δίπλα σε ένα των είκοσι και των πέντε εκατομμυρίων. Γιατί το φαινομενικά ακραίο παράδειγμα περιέχει και το κλειδί της θέσης μου. Οι λίγοι με τις μεγάλες μετρήσιμες αξίες μπορεί να είναι απελπιστικά λίγοι ως προς κάθε κρίσιμο της αξίας.

Όταν είχε πεθάνει πριν λίγο καιρό ένα ιδιαίτερα υψηλόβαθμο στέλεχος Κεντρικής Ευρωπαϊκής τράπεζας νομίζω στα 72 του τα άρθρα είχαν μια έκπληξη. Ίσως διαπίστωσαν μια αναίδεια και μια τόλμη από πλευράς θανάτου. Τρομερό ακόμη και στις μέρες μας να πεθαίνουν οι πλούσιοι?

Ο παραλογισμός μάλλον πηγαίνει χέρι χέρι με την έλλειψη παιδείας και αυτού που μανιασμένα επιζητούν όλοι αυτοί οι βαρωνίσκοι , της αναγνώρισης τους ως αξίες ως αριστοκράτες.

Και ενώ τουλάχιστον από κάποια από τα κακά της Δύσης ήμασταν απαλλαγμένοι μοιάζει να επιζητούμε ντε και καλά να πάρουμε τώρα και αυτά που δεν είχαμε και που οι ίδιοι οι Δυτικοί με κόπο ή ευκολία έχουν απαλλαχθεί.

Φαίνεται έγινε υποχρεωτικό να κολλάς και τις παιδικές αρρώστιες που είχες γλιτώσει. Και έτσι όψιμα κωμικά έως γελοία, μπόλικα μπόλικα, αρχοντοχωριάτικα δημιουργούμε εδώ τα παλάτια και τα παλατάκια μας, ότι μπορεί ο καθένας.

Λιγούρα στην θέση της πείνας. Όταν πεινάς μπορεί να γίνεις επικίνδυνος .

Αλλά όταν λιγουρεύεσαι με ένα ξεροκόμματο τύπου ΙΚΕΑ μπορείς και εσύ να προχωράς με όρθιο το κεφάλι μέσα στα σκατά .

Κι έτσι όλα αυτά που γνώριζαν οι σοφοί της Ευρώπης περισσότερο η λιγότερο εδώ και 100 και παραπάνω χρόνια και που γνωρίζει ο καθένας με θέση και λεφτά όπως εντελώς καθαρά υπαινισσόταν ο κ. Μάνος σε άρθρο του στην Κ. αποτελούν την ενοχλητική, ολισθηρή ,γελοία καθημερινότητα μας.

Κι εκεί είναι που θεωρώ τον ρόλο των «σοβαρών» εντύπων βρωμερό.

¨Έγραφε ο Spengler ότι όπως κάποτε αγωνίζονταν οι πρόγονοι μας για την ελευθερία του τύπου δίνοντας και την ζωή τους θα πρέπει κι εμείς να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία από τον τύπο.

Η κουβέντα του καφενείου «όλοι ίδιοι είναι» περιέχει την πιο τρομερή σε βάθος αλήθεια που θίγει το βόλεμα του μέσου προς τα πάνω σημερινού έλληνα .

Αυτού που βρίσκεται μέσα σε ένα πέλαγος ημιμάθειας και που οι θέσεις του διακρίνονται για την ακραία εσωτερική τους ασυνέπεια, για τις παράλογες διανοητικές τους συμμαχίες. Αυτοί που περνούν με ευκολία συνεχώς το ποτάμι.

Κι έτσι ο αναγνώστης της «Ε» είναι αριστερός όσο και της «Κ». είναι δεξιός. Και οι δύο αρκούνται σε μια θολή έννοια δικαιοσύνης και της εφαρμογής της που μπορεί να εφαρμοστεί με αλλαγή θεσμών.

Βέβαια αλλαγή θεσμών από διαχειριστές και λογιστές δεν γίνεται. Γενικά σπάνια βγάζει το μάτι του κάποιος και σίγουρα δεν θα το κάνει το «σύστημα» και οι υπηρέτες του.

Αυτό που είναι ιδιαιτέρως προσβλητικό είναι ότι υπάρχει χώρος για άρθρα έως και ενάντια στην κύρια γραμμή των εφημερίδων, ή πραγματικών και σημαντικών θέσεων. Μοιάζει σαν υπέρτατη ειρωνεία να πλανιέται η αίσθηση του ποιοι και πόσοι θα το καταλάβουν στο ήδη εκπαιδευμένο κοινό. Έχουμε και πνευματικό άλλοθι , παίρνουμε μαζί μας και τις λίγες εκατοντάδες των μορφωμένων των διαφόρων ειδών.

Δεν χρειάζεται εδώ και καιρό να υπάρχουν κομματικά στεγανά, σαφής γραμμή η στοιχειώδης ενημέρωση πραγματικών στοιχείων. Μπορούν να υπάρχουν αλήθειες μέχρι και πολλές αφού είτε χάνονται ανάμεσα στα πολλά είτε ως δυσάρεστες και σε κείμενα πυκνά δεν μπορούν να συναγωνιστούν τις ολόχαρες σελίδες των περιοδικών και των διαφημίσεων τους.

Και το ωραίο είναι ότι τα περιοδικά τα έχουν πια οι ίδιοι.

Αυτά τα τόσο γυαλιστερά κούφια και κενά περιοδικά. Πλάκα έχει να θέλεις να επενδύεις στο τίποτε. Πρώτα το ντύνεις με ότι πιο φανταχτερό και εντυπωσιακό υπάρχει, μετά το παρουσιάζεις είτε ως πολύ μακρινό είτε ως πολύ κοντινό, ανάλογα με το τι φυσάει εκείνη την στιγμή, γοητεία ή κτήση.

Είτε σπίτια ,είτε αυτοκίνητα είτε επαγγέλματα, είτε οι ίδιοι οι άνθρωποι ουσιαστικά ο τρόπος είναι ο ίδιος και δεν θα γινόταν αλλιώς. Οι περίφημες συνεντεύξεις με τα τρομερά απομονωμένα λόγια που σαν μαθήματα πρέπει να τα μαθαίνουμε να τα συζητάμε και εύκολα να τα ξεχνάμε. Λίγο καθαρό βλέμμα αποκαλύπτει την ένδεια την φρικτή τόσο των «πνευματικών», όσο και του τελευταίου τραγουδιστή ή ποδοσφαιριστή.

Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουν , όλοι χωράνε, όλοι κουβαλάνε τα φτερά τους.

Συχνά παρουσιάζονται και «ανώνυμοι» που τα ψιχουλάκια της διατροφής, τους έχουν φτιάξει σε συνεπέστατους μαθητές.. για αυτό πόζες και ντυσίματα, χειρονομίες και γκριμάτσες ίδιες και απαράλλαχτες με τους δασκάλους του είδους, όλα τα ποπ και τηλεοπτικά πρόσωπα.

Κι εδώ φαίνεται η μέγιστη ανηθικότητα των σοβαρών έντυπων. Τα άλλα δεν έχουν ούτε αξιώσεις τα ίδια ούτε οι αναγνώστες τους για κάτι περισσότερο από ένα τόσο απροκάλυπτο και χονδροειδές κουτσομπολιό που ως φανερό δεν είναι καλό αλλά δεν είναι επικίνδυνο και με ενέχει περιορισμένη εμβέλεια.

Μα τα σοβαρά που κόπτονται για όλα τα σημαντικά την ίδια μέρα που αφιερώνουν ένα άρθρο για την ακρίβεια σε μια σελίδα που δεν θα αλλάξει τίποτε, μπορεί να δίνουν και το περιοδικό που οι τιμές κάθε πολυθρόνας και τραπεζιού να είναι φυσιολογικότατα πολλές χιλιάδες ευρώ. Να παραπονιούνται για τον πολιτισμό και την παιδεία τις γνωστές καραμέλες του ψέματος, τα μεγάλα άλλοθι της απωλείας, ειδικά με τις αναφορές τους για τα ποσοστά που δίνονται από τον προϋπολογισμό, αφού αυτό είναι εξαιρετικά εύκολο και τόσο μακριά από την ουσία της Παιδείας ή του Πολιτισμού.

Γιατί δεν είναι τίποτε άλλο ο Πολιτισμός από το περιθώριο του πλούτου, μια βιτρίνα ή ένας χώρος επίδειξης ή εξακολούθησης των δραστηριοτήτων των πλουσίων λίγο πιο κρυφός. Λυπάμαι μερικές φορές τους κατά βάσιν σκυλάδες, που αναγκάζονται να παρακολουθήσουν μπαρόκ όπερες αφού έτυχε να είναι χορηγοί αυτοί ή αναγκαστικοί καλεσμένοι άλλων.

Ο πολιτισμός έχει ακριβώς την ίδια παρουσία, εμβέλεια και επίδραση όση έχει ένα βάζο σε ένα σπίτι. Η αναλογία είναι η απολύτως σωστή.

Οι «πνευματικοί» άνθρωποι των ημερών μα ομοίως ανάλογοι και συνεπείς με το πνεύμα της εποχής και της χώρας είναι «Καλομοίρες»του Πνεύματος και κακομοίρες του εαυτού τους και της αλήθειας.

Θλιβερά ανθρωπάρια που ζουν και κινούνται στην επαρχία της επαρχίας, περιφέροντας το σαρκίο τους από κοινωνική εκδήλωση σε πάρτι, συνεπέστεροι με τον ρόλο των τζουτζέδων που εδώ και αιώνες έπαιζαν οι μακρινοί συγγενείς τους στις αυλές της Ευρώπης, πασχίζουν απεγνωσμένα να ξεπουληθούν εν γνώσει και συνειδήσει των περισσοτέρων από αυτούς.

Κι εδώ υπάρχει ένα σημείο κρίσιμο μα και κοινό στους πάνω και στους κάτω, στους πλούσιους και στους φτωχούς, στους διαβασμένους και στους αγράμματους. Για να φαίνεσαι, να πετύχεις, να υπάρχεις ή απλά να ζεις και να σου επιτρέπεται να δουλεύεις, οφείλεις να ξεπουληθείς.

Ευτυχέστεροι οι κάτω που η απαλλαγή είναι σύντομη και σαφής. Ο χρόνος και ο κόπος τους για την δουλειά τους. Όσο υψηλότερα οι τιμές ανεβαίνουν, οι απαιτήσεις του συστήματος είναι εξουθενωτικές. Σου απαγορεύεται εντελώς να έχεις δική σου ζωή, ανήκεις πλήρως στους άλλους. Αν «αξίζεις» 700 Ευρώ τον μήνα τουλάχιστον μπορείς να εξαγοράσεις την ελευθερία σου. Αν η τιμή σου όμως είναι εκατομμύρια ποτέ δεν θα μπορέσεις να την ανακτήσεις, εσύ ο ακριβός είσαι ο τιποτένιος σκλάβος και του τελευταίου.

Έτσι όλοι ικανοποιούνται, η σοβαροφάνεια θριαμβεύει, η ενημέρωση λάμπει, οι αγώνες συνεχίζονται και το καράβι ολόφωτο βουλιάζει στο βαθύ το απόλυτο σκοτάδι.

Ένα κιλό κρέας ανθρώπινο είναι απλά ένα κιλό το ίδιο από όποιο κορμί και αν το αποσπάσουμε, ματωμένο, σάρκα ασπαίρουσα για λίγο και πολύ γρήγορα φρικτό και δυσώδες ψοφίμι.

Ο χρόνος των ζωών μας ο ίδιος, το κύλισμα και η αίσθηση του η ίδια. Κανείς είτε από πλούτο είτε από φτώχεια δεν άλλαξε ούτε ένα δευτερόλεπτο της ζωής του. Κανείς δεν προσέθεσε ούτε μια μέρα και ας γεμίζουν άπειρες ψευδαισθήσεις οι πλουσιότεροι.

Στο κάτω κάτω της γραφής δεν βλέπω καμία γοητεία στην επιμήκυνση μιας ζωής γεμάτη φάρμακα σωλήνες και πόνους σε πεντακάθαρα δωμάτια.

Δεν διαφέρουν και πολύ σε επιτυχία ή ξεπούλημα οι ιδιοκτήτες Τουοτα και Τζάγκουαρ.

Τους εχθρούς είτε τους έχει μέσα είτε έξω ομοίως θα σου φερθούν. Οι περιφρονημένοι είτε είναι άλλοι , είτε κομμάτια του ίδιου σου του εαυτού θα βρουν τρόπο να παρουσιαστούν και να εκδικηθούν.

Υ.Γ. δεν γίνεται να κάνεις παρέα με τον διάβολο για να περάσεις το καλό. Θα σε φάει για πρωινό πριν το καταλάβεις. Δεν γίνεται να γράφεις μαζί με την Μπίστικα και να νομίζεις ότι θα κρατηθεί η σελίδα σου ψηλά επειδή γράφεις σε άλλη σελίδα. Σε λίγο και εσύ βλακείες θα γράφεις.