Σχετικά με το τραγικό -πολλαπλώς- συμβάν όπου πεζός απέθανε περπατώντας σε πεζόδρομο στην πολιτισμένη πρωτεύουσά μας, το άρθρο του Νίκου Βατόπουλου (στην “Κ”, 4/5/08).

Ο δημόσιος χώρος κάνει μια πόλη δημοκρατική

Κοιτούσα τις προάλλες προσεκτικά τα κτίρια στην οδό Ερμού. Δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψω ότι περπατούσα σε έναν από τους πιο ακριβούς δρόμους της Ευρώπης. Αλλά, φυσικά, οι αξίες γης διαμορφώνονται από άλλους παράγοντες και όχι από την εμφάνιση ή τη λειτουργία ενός δρόμου στα μάτια ενός τυχαίου περιπατητή. Λίγο πριν φτάσω στο Σύνταγμα, περνώντας δύο αμφίβολης αισθητικής γλυπτά, ένιωσα ότι είχα αποκτήσει παρέα. Αδέσποτους σκύλους, παπάκια με ενοχλητικές εξατμίσεις και χαρτοκιβώτια που κάθε κατάστημα πιστεύει πως πρέπει να αφήνει στον δρόμο. Ημουν πραγματικά σε ένα shopping paradise!

Σκέφτηκα ότι φέτος ο πεζόδρομος –ως φαινόμενο και πράξη– γιορτάζει τα 30 του χρόνια στην Ελλάδα. Η επέτειος τιμήθηκε με τον θανάσιμο τραυματισμό της αρχαιολόγου Ηούς Ζερβουδάκη από μηχανάκι στην οδό Τοσίτσα – πεζόδρομος και αυτός.

«Την Αθήνα τη βρήκα καλύτερη απ’ ό,τι περίμενα, αλλά νομίζω δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω εδώ. Εσείς έχετε συνηθίσει…». Ο Ολλανδός φίλος ερχόταν από το Ρότερνταμ, συμπτωματικά την πόλη που απέκτησε τον πρώτο πεζόδρομο στην Ευρώπη, μόλις το 1953 (τον Lijnbaan). Ακούγοντάς τον να μου λέει όσα είπε, σκέφτηκα ότι δεν έχουμε συνηθίσει, απλώς έχουμε συμβιβαστεί. Είμαστε καταπιεσμένοι άνθρωποι, εμείς οι Αθηναίοι, πολίτες μιας ανελεύθερης πόλης. Είχα την επιβεβαίωση, μόλις πρόσφατα, όταν στο άκουσμα του άδικου θανάτου της αρχαιολόγου στην Τοσίτσα, φίλοι, γνωστοί και συνάδελφοι άφησαν την οργή τους ελεύθερη. Ηταν ένα ξέσπασμα.

Είχα την ιδέα ότι θα έπρεπε να σημειώνω τις καταπιέσεις που δέχομαι καθημερινά από τη στιγμή που βγαίνω στον δρόμο το πρωί ώς το βράδυ που επιστρέφω σπίτι. Οσο μαζοχιστικό κι αν ήταν, το επιχείρησα. Μέχρι να φτάσω στη δουλειά, είχα μαζέψει αρκετό θυμό ώστε αποφάσισα να τα εγκαταλείψω. Δεν είχα τίποτε το εντυπωσιακό να διηγηθώ παρά μόνο να μοιραστώ την κοινή πεποίθηση ότι ζούμε σε μια βαθιά αντιδημοκρατική πόλη. Πιο πολύ με ενοχλούσε ότι η ακραία αντιδημοκρατικότητα της Αθήνας καλυπτόταν από την επίφαση της ελευθερίας, όπως ακριβώς στα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Οταν η οδός Βουκουρεστίου έγινε πεζόδρομος το 1978 (με πρωτοβουλία του Στέφανου Μάνου), το μικρό αυτό κομμάτι αθηναϊκής γης, ανάμεσα στην Ακαδημίας και την Πανεπιστημίου, είχε συμβολίσει την αρχή ενός ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού. Η Βουκουρεστίου συμπύκνωσε πολλές ελπίδες σε μια εποχή που η Αθήνα είχε πάρει μεγάλη κατρακύλα. Η αθλιότητα της Πλάκας είχε προκαλέσει το 1975 ένα πολύ επικριτικό άρθρο του ΤΙΜΕ, που με δυο λόγια έλεγε ότι «η Αθήνα πεθαίνει». Η Αθήνα δεν πέθανε, φυσικά, αλλά πολλά που έπρεπε να γίνουν δεν έγιναν ποτέ. Στη δεκαετία του ’80 όταν σημειώθηκε στη Δύση μια εκτεταμένη αστική επανάσταση και οι πόλεις άρχισαν να εφευρίσκουν και πάλι τον εαυτό τους, η Αθήνα γνώριζε τη δόξα της κουρελοαφίσας.

Σήμερα, έχω την αίσθηση ότι υπάρχει πίεση, ολοένα και μεγαλύτερη, από κάτω προς τα πάνω. Από πολίτες που έχουν εξαντλήσει το απόθεμα της υπομονής τους και που διεκδικούν την ελάχιστη ποιότητα που τους οφείλει μια δημοκρατική πολιτεία. «Η βόλτα γύρω από την Ακρόπολη είναι η ωραιότερη στην Ευρώπη», συνέχισε ο ίδιος Ολλανδός φίλος, που είχε περπατήσει από το Μοναστηράκι ώς το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, μέσω Αδριανού, Αποστόλου Παύλου και Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Εκανα την ίδια διαδρομή ένα δειλινό με τα πιο ωραία χρώματα στον ουρανό και την πιο ευχάριστη θερμοκρασία. Προσπάθησα να αποστασιοποιηθώ συναισθηματικά, αλλά η θέα της Ακρόπολης μου είχε αγκιστρώσει το βλέμμα. Ωσπου πέρασε το πετρελαιοκίνητο «τρενάκι» του Δήμου Αθηναίων γεμάτο ή σχεδόν γεμάτο τουρίστες. Θυμήθηκα τον επιστολογράφο μας, που τόσο σωστά μας είχε επισημάνει, το καυσαέριο που αφήνει πίσω του αυτό το μέσον που υποτίθεται προσφέρει υπηρεσίες στην πόλη. Δεν μπορεί να είναι ηλεκτροκίνητο όπως σε όλες τις πολιτισμένες πόλεις του κόσμου, αναρωτήθηκε.

Περπάτησα πίσω προς το Σύνταγμα από τη Λεωφόρο Αμαλίας. Κοίταξα τον Εθνικό Κήπο απέναντι και σκέφτηκα αυτό που είχε καταγράψει στο blog της μια Αμερικάνα τουρίστρια, ότι δηλαδή «αυτός ο υπέροχος κήπος μοιάζει εκτός και τόπου και χρόνου σε αυτήν την πόλη!». Ο Κήπος έχει σχεδιασμό (νά ’ναι καλά η Αμαλία), ηρεμία και πράσινο. Ο,τι δεν έχει πράγματι η υπόλοιπη Αθήνα. Είναι ένας δημόσιος χώρος και μια όαση δημοκρατίας σε μια θάλασσα ανελευθερίας. Οταν έφτασα στην πλατεία Συντάγματος παρατήρησα τα άσχημα κτίρια της Οθωνος και αφήνοντάς τα πίσω πήρα τη Βασιλίσσης Σοφίας. Ηθελα να φτάσω στο Πάρκο Ριζάρη. Μου είχαν πει ότι ήταν ένα «πάρκο» σε αναμονή. Που δεν έχει ακόμη (!) αποδοθεί στους κατοίκους. Είναι ένα πέρασμα που δεν έχει τίποτε να σε κρατήσει. Θα το διαπίστωνα σε λίγο.